ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΜΥΘΩΔΟΥΣ ΦΥΤΟΥ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ "ΜΩΛΥ" ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ

ΣΕΒΑΣΤΗ ΧΑΒΙΑΡΑ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

Οφθαλμίατρος - Δρ. Ιστορίας της Ιατρικής

 

Tο βοτανο, που κατά τον Ομηρο, έδωσε ο θεός Ερμής στον Οδυσσέα σαν αντίδοτο για ν' αντιμετωπίσει τα μαγικά φίλτρα της Κίρκης ήταν το φυτό "μώλυ".

Αν διαβάσει κανεις με προσοχή τους στίχους της Οδύσσειας κ. 302 - 306 με τις σημερινές γνώσεις της Ιατρικής βγάζει το συμπέρασμα ότι το βότανο αυτό περιείχε ουσίες βασικά αντιαφροδισιακές.

Θα προσπαθήσουμε με τα σημερινά δεδομένα της φαρμακολογίας ν' ανταποκριθούμε όσο μπορούμε, πιστεύοντας ότι είναι αρκετά ελκυστικό και δύσκολο να ερμηνευτεί με βεβαιότητα το είδος του φυτού "μώλυ".

Οσο   όμως   συγκεντρώνονται   στοιχεία,   ακόμη   και υποθέσεις, πλουτίζεται το υλικό που θα βοηθήσει να γίνουν συνθετικές μελέτες   επιστημόνων διαφόρων κλάδων, φιλολόγων, γλωσσολόγων, λαογράφων,      ιστορικών, βοτανολόγων, φαρμακολόγων, ψυχολόγων, νευρολόγων κ.α., που θα μπορέσουν να δώσουν τη σωστή ερμηνεία τόσο στο φυτό, όσο και στη δράση των ουσιών που περιέχει.

Για την ομηρική εποχή δεν έχομε πολλές πληροφορίες σχετικά με τη φαρμακολογία. Όταν η Ιστορία προσπαθεί να βρεί τους χαμένους κρίκους της αλυσίδας, έρχεται βοηθός η αρχαιολογία, η οποία όπως λένε οι ειδικοί, βαδίζει με κλειστά μάτια, βήμα - βήμα για να στήσει ξανά τον αρχαίο μας κόσμο (Κ. Καρακάσης). Σε επικουρία της Ιστοριας όμως έρχεται και η ποίηση και η λαογραφία.

Με την επικουρία της Ομηρικής ποίησης αφ’ ενός, αλλά και της λαογραφίας αφ'  ετέρου,0 θα προσπαθήσουμε με τις μικρές μας δυνάμεις να ερμηνεύσουμε τη φύση του μυθικού βοτάνου που έδωσε ο Ερμής στον  Οδυσσεα  για  ν' αντιμετωπίσει τα μάγια της Κίρκης και το οποίο αναφέρεται ότι οι θεοί το έλεγαν "μώλυ". Το μώλυ αναφέρεται σε όλη την Οδύσσεια μία μόνο φορά στο στίχο κ. 305 και στην Ιλιάδα καθόλου. Ολόκληρη η παράγραφος που περιέχει  το φάρμακο περιλαμβάνεται στους στίχους κ. 302-306.

"Ως άρα φωνήσας πόρε φάρμακον αργεϊφόντης

εκ γαίης ερύσας και μοι φύσιν αυτού έδειξεν.

Ρίζη μεν μέλαν έσκε, γάλακτι δε είκελον άνθος

μώλυ δε μιν καλέουσι θεοί χαλεπόν δε τ' ορύσσειν

ανδράσι γε θνητοίσι, θεοί δε τε πάντα δύνανται".

Οι στίχοι σε ελεύθερη μετάφραση:

[Αφού μίλησε πηρε φάρμακο ο αργεϊφόντης (Ερμής)

από τη γη βγάζοντάς το και μου το έδειξε.

Ρίζα είχε μαύρη και άνθος λευκό σαν γάλα

μώλυ το λένε οι θεοί, δύσκολο να ξερριζωθεί

από  ανθρώπους  θνητούς,  οι  θεοί  δε  τα  πάντα

μπορούν].

Γίνεται φανερό ότι πρόκειται για ψυχοφάρμακο όπως θα το χαρακτηρίζαμε σήμερα και είναι το ένα από τα δύο που αναφέρει ο Όμηρος.

Το άλλο είναι  το νηπενθές που το συναντούμε επίσης στην Οδύσσεια στο στίχο δ. 221. Το νηπενθές έχει προέλευσή του την Αίγυπτο, όπως μας πληροφορεί ο ποιητής. Τη χρήση του εδίδαξε στην Ελένη του Μενελάου, η Πολυδάμνη, η γυναίκα του Θώνος, όταν ήταν στην Αίγυπτο. Το νηπενθές θυμίζει τη λατρεία του Οσίριδος. Είναι άλλωστε γνωστό ότι ένα μεγάλο μέρος της φαρμακολογίας και βοτανολογίας μας ήρθε από την Αίγυπτο μέσω της Μινωϊκής Κρήτης. Aλλά και ο μυθικός Μελλάμπους θεράπευσε τη μανία των θυγατέρων του βασιλιά του Άργους Προίτου με τον μαύρο ελλέβορο, που τη χρήση του είχε διδαχθεί στην Aίγυπτο από τους εκεί ιερείς-γιατρούς. Ενώ το νηπενθές, παρά τις διαφωνίες βοτανολόγων και φιλολόγων, θεωρείται ότι είναι η υπνοφόρος παπαρούνα (μήκων η υπνοφόρος), για το μώλυ οι πληροφορίες είναι πολύ συγκεχυμένες και τελείως αντιφατικές.

Στο  Μεγάλο  Λεξικό  της  Ελληνικής Γλώσσης του Δημητράκου αναφέρειαι σαν μυθώδες φυτό και ταυτίζεται με το μαύρο κρομμύδι (μώλιζα), με τον άγριο απήγανο ή με το φυτό που αναφέρεται στο Διοσκουρίδη ως άρμαλα ή πήγανον (Διοσκ. 3, 46) και συναντάται κυρίως στην Kαππαδοκία.  Ακόμη το ταυτίζει με το ηρίγγιον του Διοσκουρίδη (Ψ Διοσκ. 3, 21) και με το στρίχνον το υπνωτικό του Πλινίου (Φ.Ι 21,180). Στο Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Liddell-Scot το μώλυ αναφέρεται ως μυθώδες φυτό με μαγική δύναμη, που έδωσε ο Ερμής στον Οδυσσέα σαν αντίδοτο προς τα θέλγητρα και τα φάρμακα της Κίρκης.

Στο Ομηρικό λεξικό του Ι. Πανταζίδου αναφέρεται ότι συναντάται μόνο μία φορά και μάλιστα στην αιτιατική, σε όλη την αρχαία Ελληνική γραμματεία. Το θεωρεί μυθώδες θαυματουργό φυτό, όπως είναι και η άποψη του Θεοφράστου (Φ. Ι 9,5,17) και πολλών αλλων μελετητών. Αιτιολογεί την ονομασία του σαν να προέρχεται από τις λέξεις μολύω = παραλύω με συγγενείς λέξεις το μαλακός και μαλακώνω.

Κατά την άποψη του Ομηριστή Dierbach πρόκειται για το μανδραγόρα.

Τέλος, τόσο ο Ιπποκράτης όσο και ο Γαληνός αναφέρουν το φυτό  μώλυζα  σαν  το  σκόρδο  με  "απλήν κεφαλήν μη διαλυομένην εις αγλίδας"  δηλαδή αυτό που λέμε  σήμερα μονόσκελο σκόρδο.

Ο καθηγητής  κ.  Ανδρέας Βοσκός στον  3ο  τόμο  του συγγράμματός του «Aρχαία κυπριακή Γραμματεία» αναφέρεται εκτενώς στο μώλυ (σελ. 315-322). Ο κ. Α. Βοσκός αναφέρει πλειάδα αρχαίων  συγγραφέων,  οι  οποίοι  προσπάθησαν να δώσουν ερμηνεία  του  βοτάνου  και  να  το  ταυτίσουν  με συγκεκριμένο φυτό.

Αξιολογεί  την  αλληγορική  ερμηνεία του Eυσταθίου, της οποίας παραθέτει εκτενές απόσπασμα.

Ο  γερμανός  θρησκειολόγος  Hugo Rachner το 1957 δημοσίευσε μελέτη του για το μώλυ σχολιάζοντας ελληνικούς μύθους και χριστιανικά μυστήρια (Φούγιας Π. 2000).

Τόσο για το φυτό μανδραγόρα, όσο και για το ομηρικό μώλυ διευκρινίζει ότι σήμερα έχουν ξεχαστεί οι ιδιότητες που τους απέδιδαν οι αρχαίοι και είναι σχεδόν άγνωστα από τους σύγχρονους.

Αναφέρει πλείστους χριστιανούς μελετητές οι οποίοι ερμήνευσαν αλληγορικά το μώλυ, δηλαδή ότι η μαύρη ρίζα του συμβολίζει τα σκοτεινά χρόνια πάθη της ανθρώπινης ψυχής, ενώ το πάλλευκο άνθος, την πνευματική τελείωση, που με εσωτερικούς αγώνες επιτυγχάνεται.

Την ίδια άποψη υποστήριξε, ότι δηλαδή είναι αλληγορική η έννοια του φυτού και ο φιλόσοφος Κλεάνθης που ήταν μαθητής του Ζήνωνα και δάσκαλος του Χρυσίππου.

Όπως υποστήριξε ο Κλεάνθης με το μώλυ, μωλύονται τα κατώτερα ένστικτα του ανθρώπου, δηλαδή αποδυναμώνονται. Κι έτσι έχουμε εισαγωγή στη Φιλοσοφία των όρων: Μώλυ, και μωλύειν.

Την  ίδια  άποψη  υποστηρίζει  και  ο  Καθηγητής  της Οφθαλμολογίας κ. Γιάννης Κολιόπουλος ("Δελτίο" Ιδρύματος Κορινθιακών Μελετών τεύχος 22, Ιουνιος - Δεκέμβριος 1997).

Ο Κλήμης Αλεξανδρεύς  (2ος μ. Χ. αι.)  έχει διασώσει μερικούς στίχους του Έλληνα ποιητή Διφίλου, στους οποίους γίνεται λόγος πως ο μάγος Μελάμπους, θεράπευσε τις κόρες του βασιλιά Προίτου, τις οποίες είχε  τρελάνει  ο θεός Διόνυσος, με ένα τέτοιο βότανο.

Το βότανο για το οποίο γίνεται λόγος εδώ, είναι ο μαύρος ελλέβορος και μάλιστα η παράδοση αναφέρει ότι ο Μελάμπους ετάϊζε με το φυτό ελλέβορο τις γίδες του και έδινε το γάλα στις κόρες του Προίτου  (προφανώς για να έχει μεγάλη αραίωση των δραστικών ουσιών, αφού είναι τόσο ισχυρά  δηλητήρια  τα αλκαλοειδή  που  περιέχει  και έχουν μικρό θεραπευτικό πλάτος).

Πλειάδα αρχαίων Ελλήνων αλλά και άλλων συγγραφέων, ασχολήθηκε με το ομηρικό μώλυ, όπως και πολλοί σύγχρονοι Έλληνες και ξένοι, ιστορικοί, ιατροί, φιλόλογοι, βοτανολόγοι, γλωσσολόγοι κ.α., χωρίς να μπορέσουν μέχρι σήμερα, να τεκμηριώσουν τις απόψεις τους για την ταύτιση του φυτού με κάποιο γνωστό της μεσογειακής και ιδίως της Ελληνικής χλωρίδας.

Ο λατίνος ποιητής Οβίδιος αποκαλεί το θεό Ερμή Agilis Cyllenius και Velox Cyllenius, δηλαδή ταχύπους και λαμπρός Κυλλήνιος.

Και ο Βιργίλιος αναφέρει την Κυλλήνη σαν κέντρο λατρείας του Ερμή, στο έδαφος της οποίας ευδοκιμεί το Μώλυ. Aυτός ειναι και ο λόγος που στον μαγικό Πάπυρο των Παρισίων καλείται ο Eρμής «πάντων μάγων αρχηγέτης».

Ακόμη   ο   συγγραφέας   της   Αρχαίας Κυπριακής Γραμματείας A. Βοσκός αναφέρει την υπόθεση του Aλεξάνδρου Παφίου, ότι η ρίζα του ονόματος μώλυ, είναι ο μώλος δηλαδή ο πόλεμος της Γιγαντομαχίας, στον οποίο έπεσε ο Γίγαντας Πικόλοος και από το αίμα του φύτρωσε το βοτάνι μώλυ.

Μετά λοιπόν από όλη αυτή την περιήγηση στα διάφορα αρχαία αλλά και νεώτερα κείμενα, καθώς και λεξικά της Ελληνικής γλώσσας, δεν μπορούμε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για το είδος του φυτού. Όπως φαίνεται καθαρά στο Ομηρικό κείμενο, ο Οδυσσέας ήταν ανήμπορος ν' αντιμετωπίσει αφ' ενός τα μάγια της Κίρκης και αφ' ετέρου τα θέλγητρά της. Ήδη η Κίρκη είχε μετατρέψει τους συντρόφους του σε χοίρους, με την πιθανότερη εξήγηση, να τους είχε μεθύσει σε τέτοιο σημείο που να χάσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά τους. Πήγαινε λοιπόν στο κάλεσμα της με πολύ βαριά καρδιά "ακαχήμενος ήτορ" και παρουσιάζεται ο Eρμής, που με ευκολία ξερριζώνει το μώλυ το οποίο έχει μαύρες ρίζες και άσπρα σαν  γάλα  άνθη  και  είναι  δύσκολο  από  άνθρωπο να ξερριζωθεί, εύκολο όμως για θεό. Στη συνέχεια μας περιγράφει ο ποιητής με άφθαστη  τέχνη, πως αντιμετώπισε ο Οδυσσέας αδιάφορος, τα  προκλητικά  κάλη  της  θεάς, η  οποία  με έκπληξη είδε για πρώτη φορά να μην ενεργούν τα μαγικά φίλτρα που χρησιμοποίησε, καθώς και η ακαταμάχητη γοητεία της. Και όχι μόνο δεν τον έθελξε με τα κάλη της και τα μαγικά της, αλλά αντίθετα ο Οδυσσέας εκνευρίστηκε και ετράβηξε μανιασμένος το ξίφος του να τη φονεύσει και τότε η μάγισσα-θεά έπεσε στα γόνατά του παρακαλώντας τον να σώσει τη ζωή της.

Με δεύτερη επικουρία τώρα της λαογραφίας, οδηγούμεθα στο φυτό "λιβούρι" παραφθορά της λέξης ελλέβορος,  που όπως μας είπε ο Μήτσος Καπαράκος στον Μέζαπο Λακωνίας (Μέσα Μάνη) το δίνανε παλιά στους τρελλούς και μανιακούς, να μωλάρουν οι αρμοί τους, (να χαλαρώσουν οι αρθρώσεις) και να ησυχάσουν. Eδώ το ρήμα μωλάρω έρχεται κατ' ευθείαν να μας θυμίσει το Ομηρικό "μώλυ".

Αφού λοιπόν μας βοήθησε η περιγραφή του φυτού απ' τον ποιητή, βαθειές μαύρες ρίζες, άσπρα άνθη, έρχεται κι η λαογραφία με τη δική της μαρτυρία να ενισχύσει την άποψη ότι το μώλυ είναι πιθανότατα ο μαύρος ελλέβορος, απόψη που δεν ακούγεται για πρώτη φορά. Ερμηνείες των αρχαίων συγγραφέων, των φιλολόγων και των γλωσσολόγων που προσπάθησαν να ταυτίσουν το ομηρικό μώλυ με διάφορα άλλα φυτά, υπάρχουν ισχυρά ερείσματα που τις αποκλείουν.

Τα μαύρα κρεμμύδια, τα άγρια  σκόρδα  και  τα μονόσκελα σκόρδα, ο άγριος απήγανος, η μώλυζα κ.α. με τα οποία το ταυτίζουν  δεν  έχουν  ούτε  ψυχότροπες ενέργειες, ούτε χαλαρωτικές, ο δε μανδραγόρας είναι μεν, με τη σημερινή έννοια, ψυχοφάρμακο, έχει όμως κίτρινα και ενίοτε ιόχροα άνθη. Όσο για την ταύτιση του με το στρίχνο του Πλίνιου δεν συζητείται, γιατί το φυτό αυτό δεν έχει μαύρη ρίζα. Ίσως μερικοί θα είχαν τη γνώμη ότι είναι η κάνναβη (χασίς) που είναι ψυχοφάρμακο χαλαρωτικό, αντιαφροδισιακό με άσπρα άνθη. Όμως είναι πόα, η ρίζα του δεν είναι μαύρη και εύκολα  ξερριζώνεται  εν αντιθέσει  με  το  φυτό με πλούσιο ριζικό σύστημα, το οποίο ξερριζώνεται δύσκολα από άνθρωπο, εύκολα από θεό, όπως λέει ο ποιητής. Τέτοιο φυτό με μαύρη ρίζα που δύσκολα αποσπάται από το έδαφος, με άσπρα  άνθη  (μία  παραλλαγή)  είναι  ο  μαύρος  ελλέβορος (Helleborus niger).

Στις  παλιές  φαρμακολογίες (Θ. Αφεντούλη  κ.α.) αναφέρεται ότι η ναρκωτική ουσία του μαύρου ελλέβορου είναι η ελλεβορεϊνη ενώ η   ελλεβορίνη  είναι  η μυοχαλαρωτική. Ισχυρό και επικίνδυνο δηλητήριο με μικρό θεραπευτικό πλάτος και  ίσως γι' αυτό το έδωσε ο θεός Ερμής και όχι όπως το νηπενθές, η θνητή Ελένη.

Ο καθηγητής νευρολογίας Ανδρέας Πλαϊτάκης με τον καθηγητή Roger Duvoisin σε μελέτη τους δημοσιευμένη στο αμερικανικό περιοδικό  "Clinical Neuropharmacology" της Νέας Υόρκης το 1983 υποστηρίζουν ότι  το μώλυ είναι το φυτό  "Galanthus  nivalis"  δηλ.  Γάλανθος  ο  χιονώδης, αγγλικά snowdrop. Η ρίζα του είναι βολβώδης και σύμφωνα με τις παληές  φαρμακολογίες έχει εμετική ενέργεια. Κάθε εμετικό φάρμακο είναι εν δυνάμει αντίδοτο σε δηλητηριώδεις ουσίες, που έχουν ληφθεί από το στόμα (per os).

Αν όμως το δηλητήριο δοθεί με άλλον τρόπο π. χ. ενδοδερμικώς, αφού η Κίρκη είχε την δυνατότητα να χρησιμοποιεί μαγικές ράβδους και με αυτές μετέδιδε στα θυματά της τα μαγικά της φίλτρα, η γαλανθαμίνη ως ουσία εμετική που προκαλεί εμετό και είναι εν δυνάμει αντίδοτο δηλητηριάσεων, δεν θα είχε καμμία επίδραση.

Κατά τον αείμνηστο Ακαδημαϊκό Κ. Τρυπάνη, η ιατρική των ομηρικών επών είναι ιατρική εκστρατευτικού σώματος και αφορά σε πολεμικά τραύματα, από τα πλέον απλά έως και θανατηφόρα, τα οποία περιγράφει με μεγάλη ακρίβεια και με ύφος ποιητικό. Ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσε φάρμακα που θα εμείωναν την αλκή και την ωραία εμφάνιση και γενικά την προσωπικότητα των ηρώων του, όπως είναι το θέαμα του εμέτου.

Ακόμη, οι δύο ερευνητές γιατροί υποστηρίζουν ότι στα μαγικά βότανα της Κίρκης εξέχουσα θέση είχε το Στραμώνιο δηλ. η γνωστή μας Δατούρα ή τάτουλας. Το φυτό περιέχει ουσίες (αλκαλοειδή) που είναι μίγμα ατροπίνης και υοσκιαμίνης. Και τα δυο είναι ισχυρά δηλητήρια. Στις νεώτερες φαρμακοποιΐες (Martin-Dale: Extra Parmacopoeia p. 996) η γαλανθαμίνη αναφέρεται σαν ένα αλκαλοειδές που εξάγεται από το βολβό του φυτού γάλανθος ο χιονώδης. Είναι ανταγωνιστής της ατροπίνης και της L-υοσκιαμίνης και η ενέργεια της μοιάζει με την των γεωργικών φαρμάκων (παραθείον, Baygon κ.ά.).

Ο ανταγωνισμός των φαρμάκων αυτών είναι σχετικός και δοσοεξαρτώμενος (βάσει του νόμου δράσεως των μαζών).

Η  δράοη  της  γαλανθαμίνης και όλων των αντιχολινεστερασικών ουσιών στον εγκέφαλο είναι πολύπλοκη και διφασική, στο Κ.Ν.Σ. και στο περιφερειακό αυτόνομο σύστημα.

Κάνουν διέγερση και μυοσύσπαση, που βέβαια εξαρτώνται από τη δόση αλλά και όπως είναι σήμερα γνωστό από ρυθμιστικούς και τροποποιητικούς παράγοντες που δρουν στο Κ.Ν.Σ. (Κεντρικό Νευρικό Σύστημα).

Αλλωστε υπάρχει διαφωνία μεταξύ των ειδικών κατά πόσο η γαλανθαμίνη διέρχεται από το φραγμό αίμα-εγκέφαλος (διότι δεν είναι τόσο λιποδιαλυτή) ώστε να δράσει εκεί.

Από το Ομηρικό κείμενο πουθενά δεν φαίνεται ότι στα μαγικά βότανα της Κίρκης περιλαμβανόταν η Δατούρα που περιέχει το Στραμώνιο (μείγμα ατροπίνης-υοσκιαμίνης). Και αν το δεχθούμε, με τα σημερινά δεδομένα της Κλινικής Φαρμακολογίας, δεν είναι παραδεκτό ότι η γαλανθαμίνη περνά το φραγμό, αίμα-εγκέφαλος, γιατί δεν αποδεικνύεται ότι είναι τόσο λιπόφιλος, ώστε να δράσει ανταγωνιστικά στον εγκέφαλο και να εξουδετερώσει το υποτιθέμενο Στραμώνιο.

Το άνθος του Γαλάνθου είναι πάλλευκο, η ρίζα του βολβώδης μαύρη, όμως δεν ειναι τόσο δύσκολο να εκριζωθεί όσο ο ελλέβορος. Είναι φυτό που ευδοκιμεί σε βορειότερες χώρες και όχι σε παραμεσόγειες, εις δε το όρος Κυλλήνη (Ζήρεια) την κατ' εξοχήν περιοχή της δράσης του Ερμή, ο οποίος ονομαζόταν και Κυλλήνιος, ο γάλανθος είναι σχεδόν άγνωστος. Δεκτή η άποψη των δύο ιατρών ερευνητών, όμως από που θα τεκμηριωθεί ότι στα μαγικά φίλτρα της Κίρκης το στραμώνιο, δηλ. η Δατούρα, ήταν το βασικό συστατικό τους και ότι ο σχεδόν άγνωστος στην ελληνική χλωρίδα γάλανθος ήταν το φυτό που έδωσε ο Κυλλήνιος θεός στον Οδυσσέα;

Αν, όπως πολλοί ισχυρίζονται, τα ομηρικά έπη είναι αλληγορικά και σ' αυτά βρίσκονται οι βάσεις όλων των επιστημών άρα και της φαρμακολογίας, πρέπει να ερμηνεύσουμε τη χορήγηση του, από το Θεό και όχι από άνθρωπο, με την έννοια ότι η χρήση του απαιτεί μεγάλη προσοχή, θεϊκή σοφία και είναι ιδιαίτερα επιτυχής εκεί όπου ενδείκνυται. Η εκρίζωσή του εύκολη για θεό δύσκολη για θνητό, όπως ωραία περιγράφει ο ποιητής, οφείλεται στο πλούσιο ριζικό σύστημα που έχει ο μαύρος ελλέβορος σαν πολυετές φυτό, ενώ όλα τα άλλα με τα οποία οι μεταγενέστεροι ταυτίζουν το μώλυ είναι τα περισσότερα μονοετή και ξερριζώνονται σχετικά εύκολα. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που συνηγορεί στο να θεωρηθεί το Ομηρικό και μυθώδες μώλυ ότι είναι το φυτό μαύρος ελλέβορος, κοινώς σκάρφη, αγριοσκάρφη, λιβούρι, αλλίβορας, αλλιβουράς και καρατζαότ**, όπως αναφέρεται σε πολλά γιατροσόφια που έχουν μικρασιατική προέλευση.

Επειδή σήμερα ναός της Επιστήμης θεωρείται το εργαστήριο, θα περιμένουμε τη λύση του αινίγματος σχετικά με το μυθικό μώλυ, να μας τη δώσουν όχι οι βοτανολόγοι, ιστορικοί, φιλόλογοι και άλλοι κλάδοι επιστημόνων, αλλά τα εργαστήρια της Κλινικής Φαρμακολογίας. Ίσως ο καιρός που θα λυθεί το αίνιγμα είναι πολύ κοντά.

Ευχαριστίες οφείλω στον αγαπητό φίλο και εκλεκτό συνάδελφο κ. Ανδρέα Πετούνη για την προθυμία του να μου γνωρίσει όλα τα σημερινά δεδομένα της   Κλινικής Φαρμακολογίας τα οποια αναφέρονται στο κείμενο.

Επίσης ευχαριστίες εκφράζω στον Καθηγητή κ. Ανδρέα Βοσκό, για την προσφορά του βιβλίου του, με τις πολύτιμες πληροφορίες που αναφέρονται στο μυθώδες φυτό.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ Θ.: ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ, ΑΘΗΝΑΙ 1884-1891

2) ΒΛΑΧΑΚΗΣ Ν.: ΜΩΛΥ ΤΟ ΑΝΤΙΜΑΓΙΚΟ ΒΟΤΑΝΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΘΕΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, «ΔΕΛΤΙΟ» Ι.Κ.Μ., ΤΕΥΧΟΣ 20, (1996).

3) ΒΟΣΚΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ: «ΑΡΧΑΙΑ KΥΠΡΙΑΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ». ΊΔΡΥΜΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Γ. ΛΕΒΕΝΤΗΣ, ΤΟΜΟΣ Γ', ΛΕΥΚΩΣΙΑ 2002.

4) DIOSCORIDES. MATERIA MEDICA, III: 47, LIPSIAE 1829.

5) ΙΩΑΚΕΙΜΟΓΛΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΟΛΟΓΙΑ, ΑΘΗΝΑΙ 1954.

6) ΚΑΡΑΚΑΣΗΣ Κ. ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ. (ΓΡΑΠΤΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ).

7) ΚΟΚΚΑΣ Β., ΠΑΡΑΔΕΛΛΗΣ Α.Γ.: ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΑ, "ΓΑΛΗΝΟΣ", ΤΟΜ. 26ΟΣ, (1984).

8) ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝ.: Η «ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ» ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΕΝΟΣ «ΜΑΓΙΚΟΥ» ΒΟΤΑΝΟΥ. «ΔΕΛΤΙΟ» Ι.Κ.Μ., ΤΕΥΧΟΣ 22 (IΟΥΛΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1997), ΣΕΛ. 60.

9) ΚΟΥΤΣΕΛΙΝΗΣ Α., ΠΟΥΛΟΣ Λ.: ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ. ΝΕΩΤΕΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΨΕΙΣ, ΙΑΤΡΙΚΗ, ΤΟΜ. 59, (1991).

10) KΟΦΙΝΙΩΤΗΣ EΥΑΓ.: OΜΗΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ, 1902.

11) ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ ΣΠ.: EΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ BΟΤΑΝΙΚΗΣ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1922.

12) ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΥΡΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1975.

13) ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΣΤΥΛ.: ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ. ΛΕΞΙΚΟΝ EΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ, AΘΗΝΑΙ 1929.

14) ΠΑΡΑΔΕΛΛΗΣ Α.Γ.: ΙΝΔΙΚΗ ΚΑΝΝΑΒΗ. ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ, "ΓΑΛΗΝΟΣ", ΤΟΜ. 26ΟΣ, (1984).

15) ΠΕΤΟΥΝΗΣ Α: ΕΞΑΡΤΗΣΙΟΓΟΝΕΣ ΟΥΣΙΕΣ.  ΔΙΑΛΕΞΗ ΣΤΟ ΟΦΘΑΛΜΟΛΟΓΙΚΟ KΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ, 1992.

16) PLAITAKIS A., DUVOISIN R.: HOMER’S MOLY INDENTIFIED AS GALANTHUS NIVALIS-PHYSIOLOGIC ANTIDOTE TO SRANOMIUM POISONING. CLINICAL NEUROPHARMAKOLOGY, VOL. 6, NEW-YORK 1983.

17) ΠΛΙΝΙΟΣ (ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ): ΦΥΣΙΚΗ IΣΤΟΡΙΑ,ΈΚΔΟΣΗ BΕΝΕΤΙΑΣ 1499.

18) ΣΤΑΘΕΑΣ Γ.: EΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ NΕΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΕΡΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ, ΑΘΗΝΑ 1988.

19) THEOPHRASTUS: HISTORIA PLANTARUM, CAMBRIDGE, UNIV. PRESS, 1916.

20) ΤΡΥΠΑΝΗΣ Κ.: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΌΜΗΡΟ ΕΩΣ ΤΟΝ ΣΕΦΕΡΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΣΤΙΑ, 1988.

21) TΡΥΠΑΝΗΣ Κ.: TΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΈΠΗ, ΑΘΗΝΑ 1975.

22) ΦΟΥΓΙΑΣ Π.: ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΜΩΛΥ. «ΔΕΛΤΙΟ» Ι.Κ.Μ., ΤΕΥΧΟΣ 28, (ΙΟΥΛΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2000).

23) ΧΑΒΙΑΡΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ ΣΕΒΑΣΤΗ: ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ, (30-10-1994).

24) ΧΑΒΙΑΡΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ ΣΕΒΑΣΤΗ: ΟΙ ΟΦΘΑΛΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ. ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΕ ΣΤΟ Α' ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ AΙΓΑΙΟΥ (ΧΙΟΣ 11-4-1993). ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΟΦΘΑΛΜΟΛΟΓΙΑ" 7, 2, ΘΕΣ/ΚΗ 1995. Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΥΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΚΕ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ MEDICAL SCIENCE HISTORICAL SOCIETY. BULLETIN, NO 13, SUMMER 1995, P. 3-9.

25) ΧΑΒΙΑΡΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ ΣΕΒΑΣΤΗ: ΘΛΙΨΗ-KΑΤΑΘΛΙΨΗ: ΠΡΩΤΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΤΟΝ ΌΜΗΡΟ. ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΕ ΣΤΟ Ε' ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΝΑΥΠΛΙΟ 9-9-95). ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ. ΑΘΗΝΑ 1997.

26) ΧΑΒΙΑΡΑ-KΑΡΑΧΑΛΙΟΥ ΣΕΒΑΣΤΗ: EΙΝΑΙ ΤΟ ΟΜΗΡΙΚΟ ΜΩΛΥ Ο ΜΑΥΡΟΣ ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ;. ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΤΗΝ AΘΗΝΑ 2/12/95. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΙΔΑΣ. ΑΘΗΝΑ 1997.

27) ΧΑΒΙΑΡΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ ΣΕΒΑΣΤΗ: ΜΩΛΥ: AΝΤΙΔΟΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΡΜΗ ΣΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΒΟΤΑΝΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ. «ΔΕΛΤΙΟ» Ι.Κ.Μ., ΤΕΥΧΟΣ 21, (ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΙΟΥΝΙΟΣ 1997).

* Το θεραπευτικο  πλατος  ενος  φαρμακου  ειναι  η  αποσταση μεταξυ θεραπευτικης  δοσης  και  θανατηφοσου.  Όσο  πιο  μικρο  ειναι  το θεραπευτικο πλατος τοσο πιο επικινδυνη ειναι η χορηγηση του και χρειαζεται μεγαλη προσοχη.

** Μαύρη ρίζα