BEETHOVEN: ΤΑ ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΙΔΙΟΦΥΪΑΣ

Ευάγγελος Φαρμάκης

Δερματολόγος-Αφροδισιολόγος  

Ο Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν αποτελεί μια μοναδική περίπτωση μουσικής μεγαλοφυΐας. Το απαράμιλλης αξίας έργο του, έχοντας τις ρίζες του στην κλασσική παράδοση των Haydn και Mozart, αγκάλιασε το πνεύμα του ουμανισμού και τα ιδεώδη της Γαλλικής επανάστασης. Στην διάρκεια του βίου του όμως, ταλαιπωρήθηκε και από πλήθος ιατρικών προβλημάτων, με γνωστότερο όλων αυτό της κώφωσης. Έχοντας ως κύρια πηγή  το προσωπικό ημερολόγιο του συνθέτη, την αλληλο­γραφία του και τις αναφορές των προσωπικών γιατρών του  πολλά μέλη της επιστημονικής κοινότητας,  προσπάθησαν κατά καιρούς να δώσουν ερμηνεία των διαφόρων συμπτωμάτων.   

Όπως ήταν φυσικό, η απόσταση του χρόνου και οι περιορισμένες γνώσεις των θεραπόντων ιατρών της εποχής εκείνης, συσκότιζαν αντί να φωτίζουν  την φύση των ιατρικών προβλημάτων, που αντιμετώπισε ο συνθέτης.  Κατά συνέπεια οι ερμηνείες που εδόθησαν, εκτός από  ποικίλες, ήταν σε αρκετές από αυτές αναξιόπιστες. Σε κάθε περίπτωση, η πλούσια βιβλιογραφία, που υπάρχει σχετικά με το ιατρικό ιστορικό του συνθέτη, είναι επιστημονικώς άκρως ενδιαφέρουσα,  και παρατίθεται στη συνέχεια του παρόντος άρθρου, μαζί με κάποια στοιχεία του βίου και του έργου του μεγάλου μουσουργού.  

   Ο Βίος - Ιστορικό περιβάλλον

Ο Μπετόβεν έζησε από το 1770 έως το 1827, σε μία κρίσιμη ιστορικά περίοδο, η οποία επέδρασε καταλυτικά στη ζωή του. Στην περίοδο αυτή, συνέβησαν κοσμογονικά γεγονότα, που άλλαξαν το ρου της ιστορίας: ανεξαρτητοποίηση της Αμερικής, σύσταση του Ηνωμένου Βασιλείου ως επίσημου κράτους, προέλαση των στρατευμάτων του Ναπολέοντα στην Ευρώπη και κατοχή της Βιέννης από το 1805-1809, βιομηχανική επανάσταση, Γαλλική επανάσταση και δημιουργία των αστικών κοινωνιών, πρόδρομων των σημερινών. Η ταραγμένη αυτή εποχή αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για όλες τις τέχνες, που γνώρισαν μεγάλη άνθηση. Στην μουσική σκηνή κυριαρχούσαν οι J.C.Bach, Boccherini, Clementi, Gluck, Haydn και φυσικά ο Mozart.

Η οικογένεια του Μπετόβεν είχε Φλαμανδικές ρίζες. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές τα πρώτα ίχνη της οικογένειας εντοπίζονται στην Φλαμανδική πόλη Μαλίν. Ο παππούς του υπήρξε ο πρώτος από την οικογένεια Μπετόβεν, που ασχολήθηκε με την μουσική, καθώς υπήρξε διευθυντής χορωδίας στην αυλή του Πρίγκιπα εκλέκτορα της Κολωνίας στη Βόννη. Η οικογενειακή ζωή του Μπετόβεν δεν υπήρξε ευτυχής. Ο πατέρας του, ο Johann, ήταν τενόρος και ενώ παρέδιδε και μαθήματα πιάνου και φωνητικής. Όσον αφορά στη σχέση του με τον γιο του, υπήρξε ιδιαίτερα τυραννικός. Μολονότι υπήρξε ο πρώτος δάσκαλος μουσικής για τον μικρό Λούντβιχ, στην συνέχεια προσπάθησε να τον εκμεταλλευτεί παρουσιάζοντάς τον ως παιδί θαύμα, κατά το πρότυπο του Μότσαρτ. Η μητέρα του, η Maria Magdalena, είχε ήδη χηρέψει, όταν στην ηλικία των 20 ετών παντρεύτηκε τον Johann. Η ευγενική της μορφή λατρεύτηκε από τον Μπετόβεν και ο θάνατός της το 1787 από φυματίωση, οδήγησε στην πρώτη προσβολή του από κατάθλιψη. Στο  γάμο αυτό γεννήθηκαν άλλα έξι παιδιά,  και η οικογένεια διέμεινε στην Βόννη μέχρι το 1792. Την χρονιά εκείνη μετακόμισαν στη Βιέννη, την πόλη εκείνη, η οποία προσέφερε στον Μπετόβεν τους διευρυμένους μουσικούς ορίζοντες, που το ταλέντο του είχε ανάγκη.  Πρώτος δάσκαλος για τον μικρό Λούντβιχ υπήρξε ο Christian Neefe, με την βοήθεια του οποίου, δημοσίευσε το 1783 την πρώτη σωζόμενη σύνθεσή του (παραλλαγές σε εμβατήριο του Dressler). Αργότερα, και αφού πια είχε εγκατασταθεί στη  Βιέννη, υπήρξε μαθητής του  Haydn, καθώς και των Albrechtsberger και Salieri στην αντίστιξη και στην φωνητική σύνθεση αντίστοιχα.

 

ΙΑΤΡΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Οι συνθέσεις του Μπετόβεν μπορούν να χωριστούν σε τρεις περιόδους. Για περισσότερη ευκολία διακρίνουμε το ιατρικό ιστορικό στις αντίστοιχες περιόδους.

Πριν από την παράθεση όμως του ατομικού ιατρικού ιστορικού του μεγάλου συνθέτη αξίζει ν’ αναφέρουμε το οικογενειακό ιστορικό, έτσι όπως παρουσιάζεται από τις ιστορικές πηγές.

Ο πατέρας του Johann ήταν αλκοολικός και απεβίωσε στην ηλικία των 52 ετών από άγνωστη αιτία. Η μητέρα του χάθηκε στα 35 της χρόνια από φυματίωση. Ο ένας από τους αδελφούς του και η  μοναδική αδελφή του πέθαναν λίγο μετά της γέννησή τους, ενώ ένας ακόμα αδελφός απεβίωσε στα 2 του χρόνια. Για κανέναν δεν είναι γνωστά τα αίτια του θανάτου. Από τα δύο ακόμα αδέλφια του, ο ένας απεβίωσε στην ηλικία των 41 ετών από δηλητηρίαση, ενώ ο άλλος, που έφθασε μέχρι την ηλικία των 72, οι πηγές αναφέρουν ως αιτία θανάτου την αρτηριοσκληρωτική καρδιακή νόσο.

ΠΡΩΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Την περίοδο αυτή συνέθεσε τρεις σονάτες με ίσως πιο σημαντική την «Παθητική σονάτα» (op. 13), την 1η & 2η Συμφωνία, τα έξι πρώτα κουαρτέτα εγχόρδων (op. 18) και τρία κοντσέρτα για πιάνο.

Όσον αφορά στο ιατρικό ιστορικό δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ο Μπετόβεν προσεβλήθη σε νεαρά ηλικία από ευλογιά, της οποίας κατάλοιπο ήταν οι ουλές του προσώπου του, χαρακτηριστικές της συνήθους κατήφειάς του. Στη συνέχεια, ένα πλήθος ιατρικών προβλημάτων, με κυριότερο αυτό της κώφωσης, μολονότι δεν ανέστειλαν την έκφραση του ταλέντου του, επηρέασαν όμως τον ψυχισμό του, σε  βαθμό τέτοιο, που από τους άλλους εκλαμβάνονταν ως «κακοπροαίρετος, ισχυρογνώμων και μισάνθρωπος» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ίδιος ο συνθέτης στη «Διαθήκη του Heilingenstadt ». Μάλιστα κατά τα αρχικά στάδια της κώφωσης είχε μπει στον πειρασμό ν’ αυτοκτονήσει, όμως η αίσθηση της προσφοράς στην τέχνη του, ήταν εκείνη που τον στήριξε στα πρώτα από τα δύσκολα χρόνια.

Τα ιατρικά προβλήματα της πρώτης περιόδου έχουν καταγραφεί ως εξής:

1787: αναπνευστικά προβλήματα σε συνδυασμό με πυρετό και κατάθλιψη, συνέπεσαν με το θάνατο της μητέρας του στις 17 Ιουλίου από φυματίωση. Τα αναπνευστικά προβλήματα απασχόλησαν τον Μπετόβεν από μικρότερη ακόμα ηλικία, καθώς κατά τους χειμερινούς μήνες υπέφερε από συχνές κρίσεις άσθ­ματος.

1792: αναφέρονται διαλείποντα επεισόδια κοιλιακών αλγών συνοδευόμενα από διαταραχές των κενώσεων. Αρχικά η χρήση αλκοόλ ανακούφιζε το κοιλιακό άλγος, αργότερα όμως, επιδείνωνε τα συμπτώματα. Τα προβλήματα από το αναπνευστικό εξακολουθούν να υφίστανται ενώ την ίδια χρονιά πε­θαίνει και ο πατέρας του, Johann, από άγνωστη όπως προαναφέρθηκε αιτία.

1795: διαρροϊκό σύνδρομο.

Το 1797 ήταν η χρονιά που ο Μπετόβεν προσεβλήθη από τύφο ή τυφοειδή πυρετό και αποτέλεσε σύμφωνα με τον συνθέτη την απαρχή της απώλειας της ακοής του. Η χρονική έναρξη της κώφωσης προκύπτει και από την επιστολή που έστειλε ο συνθέτης στις 29 Ιουνίου του 1801 στον φίλο του και πρώτο χρονικά θεράποντα ιατρό του, Dr Franz Wegeler.

Από το 1801 σημειώνεται περαιτέρω επιδείνωση της έκπτωσης της ακοής του. Το πρόβλημα αρχικά αφορούσε σε βαρηκοΐα στις υψηλές συχνότητες, ενώ παράλληλα εμφάνιζε ελαττωμένη διακριτική ικανότητα ομιλίας και υπερβολική αύξηση της ακουστότητας (recruitment). Τα διάφορα ακουστικά βοηθήματα που  χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή τη φάση ελάχιστη προσέφεραν βοήθεια.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Σ’ αυτή την μουσική περίοδο ο Μπετόβεν αναπτύσσει ένα πιο προσωπικό μουσικό ύφος και αναγνωρίζεται πλέον σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Τα προβλήματα υγείας και η βαθμιαία απώλεια της ακοής δεν είχαν ακόμα αλλοιώσει την καλλιτεχνική του δημιουργία. Εξακολουθούσε να παίζει σε σπίτια ευγενών και σε δημόσια κοντσέρτα, ενώ παράλληλα συνέθεσε 6 συμφωνίες (3η-8η), την μοναδική του όπερα (Fidelio), 3 κοντσέρτα για πιάνο, το μοναδικό κοντσέρτο για βιολί, 5 κουαρτέτα εγχόρδων και έξι σονάτες.

Το ιατρικό ιστορικό της περιόδου εκείνης ήταν το ακόλουθο:

1804: σοβαρά επεισόδια πυρετού.

1807: ένα απόστημα, κατά την διάρκεια αυτού του χρόνου, παραλίγο να του κοστίσει την απώλεια ενός δακτύλου.

1808: εμφάνιση  νέου αποστήματος, αυτή τη φορά στην γνάθο.

1810: επιδείνωση της κώφωσης και της κατάθλιψης.

1811: αναφέρονται συχνά επεισόδια κεφαλαλγίας. Το πρόβλημα αυτό, που δεν είναι πρωτόγνωρο για τον συνθέτη, πιθανόν να οφείλετο σε χρόνια παγκολπίτιδα. Την περίοδο αυτή θεράπων ιατρός είναι ο Giovanni Malfatti, ο οποίος διαδέχθηκε τον θανόντα Dr Schmidt. Αν και απομακρύνθηκε από τον συνθέτη το 1816 λόγω διαφωνίας, επέστρεψε λίγο πριν το τέλος του.

  ΤΡΙΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Οι συνθέσεις αυτής της περιόδου χαρακτηρίζονται από μεγαλοπρέπεια και μεγαλύτερο πνευματικό βάθος. Στα έργα της τρίτης μουσικής περιόδου, ο Μπετόβεν χρησιμοποίησε πολύ συχνά το στοιχείο των παραλλαγών. Οι παραλλαγές Diabelli θεωρούνται από τα σημαντικότερα έργα αυτού του είδους και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για αρκετά έργα της ρομαντικής περιόδου. Άλλα σημαντικά έργα της τρίτης περιόδου ήταν τα τελευταία έξι κουαρτέτα εγχόρδων, οι τελευταίες έξι σονάτες για πιάνο καθώς και η Missa Solemnis (Επίσημη Λειτουργία), έργο θρησκευτικής αντιστικτικής μουσικής.

Την ίδια χρονική περίοδο ο συνθέτης ολοκλήρωσε την 9η Συμφωνία, η οποία παρουσιάστηκε δημόσια τον Μάιο του 1824.

 Την περίοδο αυτή  η κατάσταση της υγείας του συνθέτη σημείωσε σημαντική επιδείνωση. Το γεγονός αυτό είχε αρνητικές επιπτώσεις στον ήδη διαταραγμένο ψυχισμό του σε βαθμό, που αρκετοί ερευνητές κάνουν λόγο περί ψυχωτικού τύπου αλλοιώσεων της προσωπικότητας.

Τα ιατρικά προβλήματα αυτής της περιόδου είχαν την ακόλουθη χρονολογική εξέλιξη:

1813: επεισόδια πυρετού και ένα «σηπτικό πόδι» μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου.

1816: επιδείνωση των αναπνευστικών προβλημάτων, «ρευματική προσβολή».

1817: προβλήματα από τις αρθρώσεις, υποτροπή της βρογχίτιδας, πλήρης εξασθένηση της ακοής.

1818 & 1819: η υγεία του είναι εξαιρετικά επιβαρημένη. Περνά τον περισσότερο χρόνο του στο κρεβάτι, και η καρδιά του περιγράφεται ως «κουρασμένη». Το 1819 χάνει εντελώς την ακοή του. Από τότε και ως τον θάνατό του, γίνεται απαραίτητη η χρήση των τετραδίων συζήτησης, στα οποία οι φίλοι του έγραφαν αυτά που απαντούσε προφορικά ο Μπετόβεν. Το 1824, τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του, εμφανίζεται για τελευταία φορά μπροστά σε κοινό. Αφορμή ήταν η πρεμιέρα της 9ης συμφωνίας υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του μαέστρου Umlauf. Η πλήρης κώφωσή του τον έκανε να μην αντιληφθεί τις επευφημίες του κοινού, και χρειάστηκε η παρέμβαση της κοντράλτου Unger, που τον έστρεψε προς το κοινό.

1820: ακόμα μια δύσκολη χρονιά καθώς προσεβλήθη από «ρευματοειδή πυρετό», ο οποίος τον υποχρεώνει σε μακρά περίοδο κατάκλισης.

1821: για πρώτη φορά αναφέρεται ίκτερος, ο οποίος μετά από λίγο υποχώρησε.

1822: μακρά περίοδος ωταλγίας. Αναφέρεται εμφάνιση «θωρακικής αρθρίτιδας», η οποία μάλλον μεταφράζεται σε συνδυασμό συμπτωμάτων από τον θώρακα και τις αρθρώσεις. Απαιτείται κατάκλιση έξι εβδομάδων.

1823: επώδυνη οφθαλμική προσβολή και συνοδός φωτοφοβία, αναγκάζει τον Μπετόβεν να απομονώνεται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο για πολλές ώρες, πολλές φορές με έναν επίδεσμο στα μάτια.

1825: ο θεράπων ιατρός, ο Braunhoffer, ο οποίος έχει αναλάβει τον Μπετόβεν από το 1820 τον υποχρεώνει σε δίαιτα, που αποκλείει κρασί, καφέ  και μπαχαρικά. Οι παραπάνω οδηγίες εδόθησαν ως αντιμετώπιση βαριάς φλεγμονώδους νόσου του εντέρου. Ο ίδιος γιατρός συνέστησε στον συνθέτη ιαματικά λουτρά στο Baden. Κατά την παραμονή του όμως εκεί αναφέρεται αιμόπτυση και επιδεινούμενη ρινορραγία.

Το 1826 ολοκληρώνει το τελευταίο από τα κουαρτέτα εγχόρδων, ενώ το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς τον βρίσκει στο κτήμα του αδελφού του, Nikolaus Johann.

Επέστρεψε στην Βιέννη στις 2 Δεκεμβρίου 1826, σε κακή κατάσταση, εμφανίζοντας πυρετό, βήχα, πλευροδυνία, αιμόπτυση και οίδημα των κάτω άκρων. Για τον λόγο αυτό, κλήθηκε να βοηθήσει ο Dr Andreas  Wawruch, ο οποίος αντιμετώπισε  τη νόσο, πιθανότατα πνευμονία, με επιτυχία. Όμως παρά την αρχική  βελτίωση της κλινικής εικόνας του ασθενούς του, στη συνέχεια εκδηλώθηκε ίκτερος και ασκιτική συλλογή. Η παρακέντηση του ασκιτικού υγρού, που γίνεται πρώτη φορά την 20η Δεκεμβρίου από τον Dr Johann Seibert  αποδίδει 11 λίτρα από αχυρόχρουν υγρό και ανακουφίζει τον ασθενή, βελτιώνοντας την διάθεσή του. Όμως, η επανασυλλογή είναι ταχεία και θα χρειασθούν άλλες 4 παρακεντήσει. Κύριος θεράπων ιατρός είναι πάντα ο Wawruch, αλλά περιστασιακά συμμετείχε και ο Malfatti, η αγωγή του οποίου (αραιό διάλυμα κρασιού με σιρόπι) γίνεται πολύ πιο ευπρόσδεκτη από τον Μπετόβεν.  Η επιδείνωση όμως είναι συνεχής, και  στις  24 Μαρτίου,  λίγο πριν το αναπόφευκτο τέλος ο συνθέτης ήρεμος και διαυγής, έλαβε τη Θεία Μετάληψη. Την επόμενη ημέρα, έπεσε σε κώμα και αργά το απόγευμα της 26ης Μαρτίου του 1827 το ανθρώπινο γένος έχασε έναν από τους πιο επιφανείς γιους του. Την μεθεπόμενη του θανάτου διενεργήθηκε νεκροτομή, υπό την επίβλεψη του καθηγητού Wagner. Βοηθός του υπήρξε ο Dr. Rokitansky, ο οποίος υπήρξε ο πατέρας της σύγχρονης ιατροδικαστικής, αυτή, δε, ήταν η πρώτη από τις 59786 νεκροτομές, τις οποίες έφερε εις πέρας σε όλη την επαγγελματική του ζωή.

Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΠΕΤΟΒΕΝ

Πολλά ήταν τα σημαντικά γεγονότα που σημάδεψαν την εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης τον 19ο αιώνα. Οι νεώτερες αντιλήψεις για την ανατομία  και η καλύτερη γνώση της ανθρώπινης φυσιολογίας έθεσαν υπό αμφισβήτηση την επικρατούσα ως τότε θεωρία των τεσσάρων χυμών που καθιέρωσε ο Γαληνός. Ήδη δύο αιώνες πριν, ο Andrea Vesalio αρχικά, κι αργότερα οι μαθητές του Colombo, Falloppio, και Eustachio κατέρριπταν εσφαλμένες αντιλήψεις αιώνων σχετικά με την ανατομία του ανθρώπινου σώματος. 

Το 1761 ο Leopold Auenbrugger ήταν ο πρώτος, που περιέγραψε την αξία της επίκρουσης σε νόσους του θώρακα. Λίγο αργότερα ο  γιατρός Rene Laenec, ανακάλυψε το στηθοσκόπιο. Το 1798 ο Άγγλος επαρχιακός γιατρός Edward Jenner, παρουσίασε τα συμπεράσματά του για το εμβόλιο της ευλογιάς. Ο William Heberden, ήταν αυτός, που πρώτος περιέγραψε τους όζους της εκφυλιστικής οστεοαρθροπάθειας στα δάκτυλα (όζοι του Heberden), ενώ οι περιγραφές του για την στηθάγχη, παραμένουν κλασσικές.

Στην Γερμανία η φυσιολογία θεμε­λιώνεται ως χωριστή επιστήμη από τον Johannes Muller, ενώ οι μαθητές του Hermann von Helmholtz και Rudolf Virchow ανακύπτουν  το οφθαλμοσκόπιο, και την λειτουργία του κύτταρου. Στην Γαλλία ο Claude Bernard ανακαλύπτει την δράση του γλυκoγόνου και προσεγγίζει την λειτουργία της πέψης και των αιμοφόρων αγγείων. Ο Louis Pasteur την ίδια χρονική περίοδο, έθεσε τις βάσεις στην Μικροβιολογία, ο Joseph Lister καθιέρωσε την αντισηψία στην Χειρουργική, και ο Robert Koch λίγο αργότερα ανα­κάλυψε τον βάκιλλο της φυματίωσης και το δονάκιο της χολέρας.

 Το κύριο όπλο των θεραπειών κατά την διάρκεια της ζωής του Μπετόβεν ήταν η αφαίμαξη και η χρησιμοποίηση βδελλών. Φαρμακολογικοί παράγοντες υπήρχαν λίγοι και ένα φαρμακείο το 1770  περιείχε μουρουνέλαιο, Prussian Blue, χλωριούχο κάλιο, υοσκύαμο, colchicum και δακτυλίτιδα.      

Ο ιατρός εκείνης της εποχής έθετε τη διάγνωση στηριζόμενος αποκλειστικά στην ερμηνεία των φυσικών σημείων της ασθένειας, χρησιμοποιώντας μόνο την ακοή, την όραση,  και την ψηλάφηση.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Η ερμηνεία του ιατρικού ιστορικού του Μπετόβεν έχει, κατά κάποιο τρόπο μεταβληθεί με την μοντέρνα ορολογία. Για παράδειγμα, η διάγνωση του «τύφου», αποδίδονταν σε έντονα κοιλιακά ενοχλήματα ενός εξασθενημένου οργανισμού, και όχι στη λοίμωξη από ρικέτσιες, που γνωρίζουμε σήμερα. Ομοίως, «κωλικός» ήταν ένα σύνηθες σύμπτωμα, όχι απαραιτήτως συμβατό με τον έντονο κοιλιακό πόνο. Περισσότερο ήταν ένας ακαθόριστος όρος για διαταραχές στην κοιλιακή χώρα, όπου ο όρος «φλεγμονή» χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει ένα επώδυνο συγκεκριμένο όργανο.

Οι διαφορετικές ερμηνείες πολλών ερευνητών στην προσπάθειά να φθάσουν σε μία αποδεκτή διάγνωση, έχουν πιθανόν ως αιτία την  παρανόηση της ιατρικής ορολογίας του 19ου αιώνα. 

Στον Larkin αποδίδεται η στοιχειοθέτηση της πρώτης ολοκληρωμένης προσέγγισης του ιατρικού ιστορικού του Μπετόβεν το 1970,  ο οποίος υποστήριξε την πιθανότητα συνύπαρξης  φλεγμονώδους νόσου του εντέρου, με ρευματική νόσο ή νόσο του συνδετικού ιστού.

Δύο από τους μεγαλύτερους μύθους, που κυριάρχησαν σε γενιές γιατρών, και που διήγειραν την λαϊκή φαντασία, αφορούσαν στην υπόθεση ότι ο Μπετόβεν ήταν αλκοολικός και συφιλιδικός. Οι υποθέσεις περί αλκοολισμού στηρίχθηκαν σε αναφορές του Schindler, ενός από τους θεράποντες ιατρούς του Μπετόβεν.  Όμως εκτός της γνωστής χρήσης του αλκοόλ για την ανακούφιση των συμπτωμάτων που βασάνιζαν τον συνθέτη, δεν υπάρχει άλλη αναφορά περί εξάρτησης. Άλλωστε ο Μπετόβεν ήταν ικανός να συγκεντρώνεται για μακρές περιόδους ενώ συνέθετε, γεγονός απίθανο για άνθρωπο εξαρτημένο. Εκτός αυτού, το πάγκρεας κατά την νεκροψία ήταν διογκωμένο, και όχι  ρικνό όπως συμβαίνει στους αλκοολικούς, ο οποίοι συχνά πάσχουν από χρόνια παγκρεατίτιδα. Επιπλέον, η κίρρωση ήταν μεγαλοοζώδης, αντί του μικροοζώδους τύπου των αλκοολικών. 

Ο θόρυβος γύρω από την σύφιλη, προκλήθηκε από νεώτερους βιβλιογράφους του Μπετόβεν στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο πρώτος υπαινιγμός σχετικά με την σύφιλη υπήρξε από τον βιογράφο του συνθέτη Thayer, ο οποίος ανέφερε την χρήση από τον συνθέτη ιδιοσκευάσματος που περιείχε υδράργυρο. Μάλιστα ως πηγή της πληροφορίας αυτής αναφέρεται ο  Bertolini, βοηθός του Dr Malfatti. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1879 στο περίφημο λεξικό “Dictionary of Music & Musicians” ο Groves, ανέφερε πως τα νεκροτομικά ευρήματα του Μπετόβεν ήταν συμβατά με την ύπαρξη σύφιλης. Τριάντα χρόνια αργότερα, ο Theodore von Frimmel, συντήρησε με την σειρά του την πιθανότητα της σύφιλης καθώς αναπαρήγαγε τις πληροφορίες του Thayer σχετικά με την χρήση υδραργύρου.  Την συσχέτιση της χρήσης υδραργύρου με την ύπαρξη σύφιλης στήριξαν τέλος οι συνταγές του  Dr Politzer, καθώς και η αναφορά της θεραπείας με υδράργυρο που κάνει o ίδιος ο Μπετόβεν σε γράμμα του προς την κόμισσα Erdody.

Στο γύρισμα του 19ου αιώνα, ο υδράργυρος είχε θεωρηθεί ως πανάκεια καθώς είχε βρει εφαρμογή σε πολλές ασθένειες. Για την αντιμετώπιση της σύφιλης χορηγείτο αρχικά σε μορφή κρέμας, πολλές φορές αναμειγνυόμενος με στάχτη και σάλιο ή με την μέθοδο του υποκαπνισμού για την αποφυγή των πολλών ανεπιθύμητων παρενεργειών του. Εκτός της τοπικής χορήγησης εδίδετο και υπό την μορφή δισκίων ή και σε ενέσιμη μορφή, υποδορίως αρχικά, ενδομυϊκά ή και ενδοφλέβια αργότερα. Μάλιστα μαζί με το ιώδιο αποτέλεσαν ως τα μισά του 20ου αιώνα την βασική θεραπευτική αγωγή στην αντιμετώπιση της σύφιλης. 

Ο Jacobson το 1910 και το 1927 ήταν ο πρώτος ιατρικός συγγραφέας, που υποστήριξε την  υπόθεση της σύφιλης. Πιο συγκεκριμένα, η σύφιλις θεωρήθηκε υπεύθυνη για την βλάβη του προσωπικού νεύρου (8ης εγκεφαλικής συζυγίας), καθώς και για την ηπατική νόσο. Ο Squires το 1937, συμφώνησε με την παραπάνω υπόθεση, όπως συμφώνησε το 1958 και ο Mc Cabe, ενώ τα τελευταία 40 χρόνια κανένας άλλος  ιατρικός συγγραφέας δεν υποστήριξε την υπόθεση της σύφιλης.

Ως νέος, ο Μπετόβεν, ήταν από όλες τις απόψεις δραστήριος, διασκεδαστικός, και ευχάριστος στην παρέα, σε αντίθεση με την εικόνα του δύστροπου και εκκεντρικού, που παρουσίαζε τα μεταγενέστερα χρόνια. Χαρακτηριζόταν από αστείρευτη ενεργητικότητα, και σύμφωνα με τις μαρτυρίες φίλων του είχε αρκετές σύντομες σχέσεις με διάφορες γυναίκες.

Την εποχή εκείνη, η σύφιλις και η γονόρροια δεν αποτελούσαν ξεχωριστές οντότητες. Ο διαχωρισμός τους κατέστη δυνατός από τον Ricord και τα πειράματά του ανάμεσα στις κοινές γυναίκες του Παρισιού, στα μέσα του 19ου αιώνα. Μέχρι τότε, ο γενικός όρος «σύφιλις», αποδιδόταν σε οποιοδήποτε αφροδίσιο νόσημα.

Μολονότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, που να επιβεβαιώνουν την διάγνωση της σύφιλης, τα πιο πειστικά επιχειρήματα, που συνδέουν μάλιστα την κώφωση με τη νόσο διατυπώθηκαν από τον Mc Cabe. Σύμφωνα με άρθρο που δημοσίευσε το 1958, τα παθολογικά ευρήματα της νεκροτομής, όπως η παρουσία στοιχείων χρόνιας μηνιγγίτιδας (πάχυνση των μηνίγγων και αγγειοβρίθεια) και η συνοδός αρτηρίτιδα συμφωνούν με την κλινική εικόνα βαρηκοΐας συφιλιδικής αιτιολογίας. Στο ίδιο άρθρο, ο Mc Cabe υποστήριξε πώς, ο τρόπος που επήλθε η κώφωση στον Μπετόβεν (αρχικά με απώλεια των υψηλών τόνων, και απουσία recruitment), συμφωνεί με την διάγνωση της σύφιλης.

Η πρώτη ένσταση ενάντια στην υπόθεση της σύφιλης, διατυπώθηκε από τον Sorsby το 1930. Ο εν λόγω συγγραφέας, επανεξετάζοντας το ιατρικό ιστορικό του Μπετόβεν θεώρησε πως η νόσος δεν εξηγούσε ικανοποιητικά την κώφωση, που παρουσίαζε ο συνθέτης. Το συμπέρασμά του μάλιστα βρήκε πολλούς υποστηρικτές από πλήθος ωτορινολαρυγγολόγων. Πιο συγκεκριμένα ο Sorsby υποστήριξε ότι, ενώ η επίκτητη σύφιλις μπορεί να προκαλέσει βαρηκοΐα, σπανίως αυτή επέρχεται πρώιμα. Το συμπέρασμα του Mc Cabe περί απουσίας recruitment διαψεύδεται από τις μαρτυρίες του Μπετόβεν και το νεκροτομικό εύρημα της αγγειίτιδας, το οποίο δεν ήταν συφιλιδικής αιτιολογίας, αλλά οφείλετο σε αθηρωματικού τύπου αρτηρίτιδα.

Με την θεωρία της συφιλίδος δεν συμφωνεί και η απουσία των άλλων κλινικών σημείων των προχωρημένων σταδίων της νόσου, όπως είναι  η νωτιαία  φθίση, η γενικευμένη  πάρεση (GPI) και η εμφάνιση κομμιωμάτων.  Πιο αναλυτικά η νωτιαία φθίση χαρακτηρίζεται αρχικά από πόνους, που εντοπίζονται στους βραχίονες, στη ράχη και στα κάτω άκρα, παραισθησιακές εκδηλώσεις κυρίως στα κάτω άκρα, επιγαστρικά άλγη, σε­ξουαλική ανικανότητα και διαταραχές της ούρησης. Οι περισσότερες από αυτές τις εκδηλώσεις δεν αναφέρονται από κανένα από τους θεράποντες ιατρούς του συνθέτη, όπως δεν αναφέρονται και οι κλινικές εκδηλώσεις του αταξικού σταδίου (αταξία κινήσεων) και στη συνέχεια του παραλυτικού σταδίου (δυσλειτουργία του μυϊκού συστήματος, βλεφαρόπτωση, αρθροπάθεια Charcot).

Η απουσία τέλος, αναφοράς περί κομμιωμάτων στα ευρήματα της νεκροψίας, ελαχιστοποιεί την πιθανότητα επίκτητης σύφιλης.

 Μένει να εξεταστεί το ενδεχόμενο της συγγενούς σύφιλης. Από τα υπάρχοντα στοιχεία, δεν υπάρχει κάποιο, που να αποδεικνύει ότι η Maria Magdalena, η μητέρα του συνθέτη, έπασχε από σύφιλη. Ο γιος της επίσης, δεν έφερε κάποιο από τα πρώιμα συμπτώματα της συγγενούς σύφιλης, όπως πρώιμο εξάνθημα, εφιππιοειδή ρίνα, ανωμαλίες στα  δόντια (βαρελοειδείς οδόντες),  νευρογενή κώφωση, κομμιώματα δέρματος οστών, σπλάχνων και κερατίτιδα. Επιπλέον δεν ενεφάνισε ποτέ σπασμούς και φυσικά δεν παρουσίαζε διανοητική καθυστέρηση. Όσον αφορά στην συφιλιδική παράλυση του προσωπικού νεύρου, αν και συνδυάζεται αρκετά συχνά με θρομβώσεις θεωρείται απίθανο να προκάλεσε την θρόμβωση του αγγείου, που ανακαλύφθηκε στη νεκροψία 30 με 40 χρόνια αργότερα. Τέλος η συγγενής σύφιλη μπορεί να προκαλέσει όψιμη βαρηκοΐα, αυτή όμως συνήθως παρουσιάζει διακυμάνσεις και συνοδεύεται από ίλιγγο.               

Η απουσία υδραργύρου σε εξέταση που έγινε τα τελευταία χρόνια σε δείγματα τριχών από τον Μπετόβεν καταρρίπτει και τους τελευταίους ισχυρισμούς περί σύφιλης.

Από ορισμένους ερευνητές, προκρίθηκε η πιθανότητα της προσβολής του συνθέτη από τη νόσο Paget. Η πιθανότητα αυτή στηρίχθηκε στο σωματότυπο του Μπετόβεν, όπως τον διέδωσαν σε εμάς οι αναφορές των φίλων του και των βιογράφων του: μεγάλο και ασύμμετρο κεφάλι, προπετές μέτωπο και κοντά πόδια σε σχέση με τον κορμό. Άλλα  στοιχεία υποστηρικτικά, της θεωρίας περί νόσου Paget, ήταν ο παχύς κρανιακός θόλος η ατροφία των ακουστικών νεύρων που ανέδειξε η νεκροψία καθώς επίσης και η βαρηκοΐα.

Όμως το γεγονός ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σωματότυπου ήταν εμφανή πριν από την ηλικία των 40 ετών, η  έναρξη της βαρηκοΐας ήταν σε μικρή ηλικία και  η διενεργηθείσα νεκροψία δεν ανέδειξε στοιχεία οστεοδυστροφίας και προσβολής εγκεφαλικών νεύρων απομακρύνουν  την πιθανότητα της νόσου. 

Οι αναφορές στο ατομικό αναμνηστικό  του Μπετόβεν είχαν για μεγάλο διάστημα επικεντρωθεί σε μεμονωμένες νόσους αγνοώντας ενδείξεις, που οδηγούσαν σε πολυσυστηματική νόσο. Έτσι, όταν οι έρευνες στράφηκαν σε αυτή την κατηγορία νόσων, επικεντρώθηκαν πιο πολύ στα νοσήματα του συνδετικού ιστού. Απ΄ αυτά ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος ((ΣΕΛ)) ήταν αυτός που συγκέντρωσε τις περισσότερες πιθανότητες. Υποστηρίχθηκε λοιπόν, ότι οι ουλές του προσώπου, που ο συνθέτης έφερε από την εφηβεία του, αποτελούσαν μία από τις δερματικές εκδηλώσεις του  (ΣΕΛ). Οι δερματικές εκδηλώσεις, είναι αλήθεια, πως αποτελούν συχνό εύρημα στον  (ΣΕΛ)  όταν αυτός εκδηλώνεται στην εφηβεία, όμως, η ασθένεια αυτή εμφανίζεται σπάνια στους άνδρες.

Υπέρ της υπόθεσης του (ΣΕΛ) συνηγορούν μεταξύ άλλων οι αναφορές των ρευματικών επεισοδίων, τα επανειλημμένα κρυολογήματα και η επώδυνη οφθαλμική προσβολή, που ο συνθέτης υπέστη το 1823.

Αρκετοί είναι επίσης εκείνοι, που  προσπάθησαν να συνδυάσουν την ηπατική νόσο του Μπετόβεν με  (ΣΕΛ). Με την ευκαιρία αξίζει να αναφερθεί, ότι η ηπατίτιδα εμφανίζεται εξαιρετικά σπάνια στον (ΣΕΛ). Στη βιβλιογραφία αναφέρεται ο όρος «λυκοειδής ηπατίτιδα», ένας χαρακτηρισμός, ο οποίος δεν  είναι ιδιαίτερα αξιόπιστος. Παρ’ όλα αυτά ο όρος αυτός αναφέρονταν σε χρόνια ενεργό ηπατίτιδα, μη ιογενούς αιτιολογίας, στην οποία οι ασθενείς εμφανίζουν αντισώματα έναντι των λείων μυϊκών ινών. Σε ένα μικρότερο αριθμό ασθενών ανευρίσκονται αντιπυρηνικά αντισώματα, και σε ένα ακόμα πιο μικρό αριθμό, anti-DNA αντισώματα. Αυτή, όμως, η κατηγορία ασθενών εκτός του ότι είναι σπάνια, δεν ικανοποιεί τα κριτήρια, που έχει θέσει η Αμερικανική Ρευματολογική Εταιρία όσον αφορά στην διάγνωση του (ΣΕΛ).

 Η θεωρία του (ΣΕΛ) αποδυναμώνεται και από το γεγονός, ότι στο ιστορικό του Μπετόβεν δεν  αναφέρονται  νευροψυχιατρικές διαταραχές,  λεμφαδενοπάθεια, αλωπεκία, και  προσβολή των νεφρών, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει εάν εκείνος έπασχε από (ΣΕΛ).

Τέλος ο Dubois, ο οποίος έχει ασχοληθεί εκτενώς με τον (ΣΕΛ), δεν συμπεριλαμβάνει την κώφωση ανάμεσα στα συμπτώματα του (ΣΕΛ).

Η χρόνια ενεργός ηπατίτιδα (ΧΕΗ),  θα  μπορούσε με τη σειρά της να ερμηνεύσει πολλά από τα προβλήματα που εκδηλώθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του Μπετόβεν.  Μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλοοζώδη κίρρωση, συνοδεύεται αρκετά συχνά από αρθραλγία, από ελκώδη κολίτιδα και από παθήσεις, που αφορούν στο αναπνευστικό σύστημα. Όμως δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να διαγνώσει (ΧΕΗ) στην περίπτωση του Μπετόβεν καθώς, πολλές από τις προαναφερθείσες ασθένειες εμφανίστηκαν πολύ καιρό πριν από την εμφάνιση του ίκτερου. Εκτός αυτού, η (ΧΕΗ) είναι λιγότερο συχνή ανάμεσα στον ανδρικό πληθυσμό.

Όσοι ασχολήθηκαν συστηματικά με τα συμπτώματα από το πεπτικό, που ταλαιπώρησαν επί δεκαετίες τον Μπετόβεν, δεν κατάφεραν να τα συσχετίσουν με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Στην ελκώδη κολίτιδα, οι αιμορραγίες από το ορθό είναι συχνό φαινόμενο, κάτι τέτοιο όμως δεν περιγράφεται στο ιστορικό του Μπετόβεν.

Αντίστοιχα, όσοι απέδωσαν τις πεπτικές διαταραχές του Μπετόβεν σε νόσο του Crohn, διαψεύδονται από τα ευρήματα της νεκροψίας, καθώς δεν αναγνωρίστηκαν στενώσεις, συμφύσεις, ή συρίγγια, στο τμήμα του εντέρου που εξετάστηκε.

Η συνύπαρξη αρθροπάθειας, οφθαλμικής προσβολής, και συμπτωμάτων, που αφορούσαν στο πεπτικό, προκρίνουν την διάγνωση της αντιδραστικής αρθρίτιδας. Η αντιδραστική αρθρίτιδα μπορεί να οδηγήσει στη νόσο του Reiter, ή σε κάποια από τις παραλλαγές της. Ως πιο συχνή αιτιολογία, όμως, αναφέρεται η δυσεντερία, μια πάθηση που στα χρόνια και τις συνθήκες, που έζησε ο Μπετόβεν, ήταν εξαιρετικά συχνή. Η Βιέννη, στα χρόνια που διέμενε σ’ αυτήν ο Μπετόβεν, ήταν υπό την κατοχή των στρατευμάτων του Ναπολέοντα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι υδάτινοι πόροι της πόλης αυτής ήταν εστίες ανάπτυξης μικροοργανισμών. Το γεγονός αυτό φαίνεται να εξηγεί ως ένα βαθμό τα δυσεντερικά ενοχλήματα (κωλικοί, διάρροιες) που επί χρόνια ταλαιπώρησαν τον Μπετόβεν.

Η συχνή εμφάνιση της ραγοειδίτιδας, της διάρροιας, των αρθραλγιών, καθώς και η μετέπειτα εκδήλωση της ραχιαλγίας, αυξάνουν την πιθανότητα ύπαρξης αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδος. Σε αυτή την περίπτωση, ο Μπετόβεν, πρέπει να θεωρηθεί το πρώτο και πιο διάσημο παράδειγμα σπονδυλο­αρθροπάθειας, που συνδέεται με το αντιγόνο HLA-B27.

Αν και οι ρευματικές νόσοι και τα αυτοάνοσα νοσήματα εξηγούν ως κάποιο βαθμό τις εκδηλώσεις από τις αρθρώσεις, η ερμηνεία των πολυσυστηματικών εκδηλώσεων, που παρατηρήθηκαν στον Μπετόβεν, θα πρέπει να αναζητηθεί αλλού.

Μία κατηγορία νόσων, που εξηγεί σε ικανοποιητικό βαθμό τον πολυσυστηματικό χαρακτήρα των συμπτωμάτων του Μπετόβεν, είναι οι Κοκκιωματώδεις νόσοι.

Πρώτο παράδειγμα αποτελεί η φυματίωση ((ΤΒ)), η οποία υποστηρίχθηκε από μεγάλο αριθμό ιατρικών συγγραφέων. Ενδείξεις για την (ΤΒ) απετέλεσαν τα συχνά συμπτώματα από το αναπνευστικό, και ο χρόνιος πυρετός. Τα προαναφερθέντα συμπτώματα είχαν ως χρόνο έναρξης την ηλικία των 16 χρόνων, ηλικία που είχε ο Μπετόβεν όταν η μητέρα του κατέληξε εξαιτίας της ίδιας πάθησης. Η (ΤΒ), καθώς προσβάλλει πολλά συστήματα, οδηγεί τελικά στην κεχροειδή μορφή, η οποία χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά κακή πρόγνωση. Αυτό όμως, δεν συμφωνεί με τον χρόνιο χαρακτήρα της νόσου του Μπετόβεν, η οποία διήρκεσε 40 χρόνια, σημειώνοντας στην πορεία της εξάρσεις και υφέσεις.

Μια άλλη νόσος, που υποστηρίχθηκε από αρκετούς, ήταν η Λέπρα, καθώς την περίοδο εκείνη είχε προσλάβει ενδημικό χαρακτήρα για την Ευρώπη. Η απουσία, όμως, της νευροπάθειας και των εκδηλώσεων από το δέρμα στο ιστορικό του Μπετόβεν απομακρύνουν την πιθανότητά της.

Η Σαρκοείδωση, ανήκοντας κι αυτή  στην κατηγορία των κοκκιωματωδών νόσων, για λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια,  ικανοποιεί εν μέρει τον πολυσυστηματικό χαρακτήρα των συμπτωμάτων που παρουσίαζε ο Μπετόβεν.

Οι πνεύμονες είναι το όργανο που προσβάλλεται πιο συχνά, με πιο συχνά συμπτώματα αυτά του βήχα και τη δύσπνοιας. Οι δερματικές εκδηλώσεις της σαρκοειδώσεως,  ποικίλες σε μορφή εμφανίζονται στο 20-35% των περιπτώσεων συστηματικής  προσβολής, ενώ μπορούν να είναι και οι μοναδικές εκδηλώσεις της νόσου. Περιλαμβάνουν το οζώδες ερύθημα, τις κοκκιωματώδεις διηθήσεις του δέρματος (βλατίδες, οζίδια και πλάκες), κοκκιωματώδεις διηθήσεις που εμφανίζονται σε παλαιές ουλωτικές βλάβες (ιδιαίτερο κλινικό σημείο της νόσου), τον χειμετλώδη λύκο (lupus pernio), και τη σαρκοείδωση των νέγρων με παρόμοια κλινική εικόνα του χειμετλώδους λύκου.

Ο Μπετόβεν, κατά την παιδική του ηλικία, προσεβλήθη από ευλογιά, της οποίας κατάλοιπο ήταν οι ουλές του προσώπου του. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την πιθανότητα της σαρκοείδωσης, καθώς έχει παρατηρηθεί, ότι η τελευταία δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στην διήθηση παλαιών ουλών, οι οποίες εμφανίζουν διαυγή ερυθροπόρφυρα ή κιτρινωπά οζίδια ή βλατίδες.

Η προσβολή του  προσωπικού νεύρου, η ηπατίτιδα, η πυλαία υπέρταση, η προσβολή του σπληνός, η αρθροπάθεια, η ραγοειδίτιδα, τα συμπτώματα από το αναπνευστικό, η υπερασβεσταιμία, η ασβεστιουρία, και ο κωλικός των ουρητήρων είναι εκδηλώσεις που ανήκουν στην κλινική εικόνα της Σαρκοείδωσης. Η νόσος χαρακτηρίζεται από χρόνια διαλείπουσα πορεία, γεγονός, που εξηγεί και τον χρόνιο χαρακτήρα των συμπτωμάτων του ο Μπετόβεν.

Η υπερασβεσταιμία, που παρατηρείται στη Σαρκοείδωση, πιστεύεται πώς οφείλεται στην αυξημένη σύνθεση καλσιτριόλης από τα σαρκοειδή ιστιοκύτταρα. Η συνοδός ασβεστιουρία και νεφρολιθίαση μπορεί να οδηγήσουν σε νεφρική ανεπάρκεια, η οποία αποτέλεσε και εύρημα της νεκροψίας.

Οι ηπατικές βλάβες εμφανίζεται στο 60% των περιπτώσεων. Η κυριότερη κλινική εκδήλωση των ηπατικών κοκκιωμάτων είναι η ηπατομεγαλία και ο αποφρακτικός ίκτερος, ο οποίος αναφέρεται συχνά στο ιστορικό του μεγάλου συνθέτη. Όμως στα νεκροτομικά ευρήματα το ήπαρ αναφέρεται ρικνό και κιρρωτικό, εικόνα που έρχεται σε αντίθεση με τις ηπατικές βλάβες της σαρκοειδώσεως. Επίσης όταν υπάρχει ηπατική προσβολή αναμένονται βλάβες και σε άλλα όργανα, βλάβες, που δεν ανέφερε το νεκροτομικό πόρισμα.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του συνθέτη αναφέρθηκε οφθαλμική προσβολή, η οποία εκδηλώθηκε με φωτοφοβία και έντονο οφθαλμικό άλγος. Τα συμπτώματα αυτά μπορούν να αποδοθούν στην σαρκοείδωση. Οι οφθαλμικές εκδηλώσεις της νόσου  είναι οι δεύτερες πιο συχνές (25-50%), μετά από εκείνες του αναπνευστικού, αφορούν όλους τους ιστούς του οφθαλμού, με την πρόσθια ραγοειδίτιδα να αποτελεί την συνηθέστερη κλινική εικόνα.

Η βαρηκοΐα που δεν ανήκει στα συχνά συμπτώματα της νόσου, είναι νευροαισθητήριος, συνοδεύεται από ιλίγγους και επέρχεται κατά το πλείστον αιφνιδίως. Σε ακόμα λιγότερες περιπτώσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ύπαρξη κοκκιωμάτων στο μέσο ους, μπορεί να υπάρχει στοιχείο αγωγιμότητας.         

Τα κοιλιακά άλγη ήταν από εκείνα τα συμπτώματα, που δεν εξηγήθηκαν σε ικανοποιητικό βαθμό. Η διάγνωση του «ευερέθιστου εντέρου», συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες, καθώς τα κοιλιακά άλγη αναφέρονται πολλές φορές τόσο επώδυνα ώστε καθήλωναν τον Μπετόβεν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο κρεβάτι. Και αυτή η διάγνωση, όμως, έχει αμφισβητηθεί, καθώς από αρκετούς προκρίνεται η περίπτωση του «κωλικού των ουρητήρων», σύμπτωμα που αποτελεί μέρος της κλινικής εικόνας της σαρκοειδώσεως.

Τέλος αν και η προσβολή του γαστρικού σωλήνα στην σαρκοείδωση αποτελεί μόνο ιστολογικό εύρημα, σε κάποιες λίγες περιπτώσεις εμφανίζονται συμπτώματα που αφορούν στον οισοφάγο και στον στόμαχο. Η βιβλιογραφία αναφέρει, πως κάποια ανεξήγητα κοιλιακά άλγη σε ασθενείς με σαρκοείδωση οφείλονταν σε συνύπαρξη παγκρεατίτιδας.

Τα τελευταία χρόνια έχει βρει ιδιαίτερη απήχηση η θεωρία της μολυβδίασης εξαιτίας των υψηλών συγκεντρώσεων μολύβδου, που ανέδειξε πρόσφατη χημική ανάλυση των τριχών του Μπετόβεν. Τις υψηλές συγκεντρώσεις μολύβδου επιβεβαίωσε και έρευνα με ακτίνες-χ, που διενεργήθηκε σε τμήματα οστών του συνθέτη.  Η μολυβδίαση θα μπορούσε να εξηγήσει πολλές από τις κλινικές εκδηλώσεις του συνθέτη: κοιλιακά άλγη, ανορεξία, κώφωση, διαταραχή της προσωπικότητας τα τελευταία έτη. Καθώς ο μόλυβδος αποτελούσε πρόσθετο των φθηνών κρασιών του 19ου αιώνα, υπάρχουν ερευνητές, που υποστηρίζουν, πως η κατανάλωση κρασιού από τον Μπετόβεν ως αναλγητικού μέσου, προκάλεσε αλκοολική κίρρωση, η οποία μαζί με την μικροβιακή περιτονίτιδα (απότοκος των πολλαπλών παρακεντήσεων), οδήγησε σε νεφρική ανεπάρκεια και τελικά στον θάνατο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αν και έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες σχετικά με τις αιτίες των ιατρικών προβλημάτων του Μπετόβεν, καμία ως τώρα δεν έχει επικρατήσει. Όμως ανεξαρτήτως των αιτιών, η αίσθηση του χρέους για προσφορά στην τέχνη, υπερέβη το άγος των προβλημάτων υγείας. Και ίσως τα ίδια τα προβλήματα, κατά την Θεία Οικονομία, να αποτέλεσαν για τον Μπετόβεν και την πηγή της έμπνευσής του…

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Beethoven: Medicine, Music, And Myths T. G. Palferman, M. B., F.R.C.P.,D.C.H International Journal of Dermatology, vol. 33. No 9, September 1994.

2. Larkin E. Beethoven’s medical history. In: Copper M, ed. Beethoven: the last decade. Oxford: Oxford University Press, 1970:439.

3. Thayer AW. The life of Beethoven. Ludwig van Beethovens leben. Berlin. 1866

4. Πάπυρος Larousse Britannica, 2006, σελ. 388-395.

5. Αφροδισιολογία: Ιωάννου Στρατηγού, εκδόσεις Παρισιάνου 2004.

6. Harrison’s principles of internal medicine: 17th edition 2008.

7. Dermatology: O.Braun-Falco, G.Plewig, H.H.Wolff, W.W.C.Burgdorf, 2nd edition, Springer.

8. Dermatology: J.Bologna, J.Jorizzo, R.Rapini, Mosby edition 2003.

9. Garcia C et al:Pangreatic sarcoidosis. Sarcoid Vasc Diff Lung Dis 13.28,1996.

10. W.J.Walsh, Director of Beethoven Research Project, Press conference October 17, 2000, Naperville, Illinois.

11. Δ.Γ.Μπαλατσούρας: η κώφωση του Μπετόβεν υπό το φως της σύγxρονης εποχής: Ελληνική Ωτορινολαρυγγολογία Χειρουργική κεφαλής και τραχήλου, τόμος 26, τεύχος 4, 2005.

12. ACF Hui, SM Wong: Deafness and liver disease in a 57-year-old man: a medical history of Beethoven: HKMJ 2000;6:433-8.

13. F.N Mai:J R Coll Physicians Edinb, October 1, 2006; 36(3): 258-63. Beethoven’s terminal illness and death.

14. H. Bower Aust N Z J Psychiatry, March 1, 1989; 23(1): 111-6.

15. Davies PJ. Beethoven’s deafness: a new theory. Med J Aust

16. Martin R. Beethoven’s hair. New York: Broadway; 2000.

17. Forbes E. Thayer’s life of Beethoven. New Jersey: Princetown University Press; 1970:1057-8.

18. Stevens KM, Hemingway WG. Beethove’s deagness. JAMA 1970;213:434-7.

19. Πρώιμη νεώτερη Ευρώπη 1450-1789, εκδόσεις Ξιφαράς 2006.

20. E.J Hobsbawm: Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848, εκδόσεις ΜΙΕΤ 2005.

21. M. Friedman-G.W. Frieland: Οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις της Ιατρικής, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2008.

22. Deppisch L.M, Centeno JA, Germmel DJ, Torres NL. Andrew Jackson’s Exposure to Mercury and lead. JAMA 1999;282.

23. London SJ. Beethoven: Case report of a titan’s last crisis. Arch Intern Med 1964;113:442-8

24. Drake ME. The case for sarcoidosis in Ludwig van Beethoven. Neurology 1994;44:562-5.